Οι διαταραχές της διάθεσης (ή, παλαιότερα, συναισθηματικές διαταραχές) που αντιμετωπίζονται στην ψυχιατρική είναι:

  • Κατάθλιψη
  • Διπολική Διαταραχή (Μανιοκατάθλιψη)
  • Μελαγχολία
  • Δυσθυμία
  • Κυκλοθυμική Διαταραχή

Καταστάσεις που μπορεί να αποτελέσουν αιτία των διαταραχών της διάθεσης και θα πρέπει να γίνει διαφορική διάγνωση, μπορεί να είναι:

  1. Σωματικές νόσοι (εγκεφαλικός όγκος, μεταβολική νόσος, Ν. Parkinson, HIV)
  2. Χρήση ουσιών (κοκαΐνη, αμφεταμίνη, άλλες)
  3. Σχιζοφρένεια
  4. Πένθος
  5. Διαταραχή προσωπικότητας
  6. Σχιζοσυναισθηματική διαταραχή
  7. Διαταραχή προσαρμογής με καταθλιπτική διάθεση
  8. Πρωτοπαθής διαταραχή ύπνου
  9. Άλλες ψυχικές διαταραχές
  10. Ορισμένα φαρμακευτικά σκευάσματα (προκαλούν κατάθλιψη)

Έχει υπολογιστεί ότι 65% των αυτοκτονιών συνδέονται με συναισθηματικές διαταραχές.

Ο κίνδυνος αυτοκτονίας συνδέεται με τη σοβαρότητα της νόσου.

Τα συμπτώματα που σχετίζονται περισσότερο με την αυτοκτονικότητα είναι: τα αισθήματα απελπισίας και αδιεξόδου, οι ιδέες αναξιότητας και υποτίμησης εαυτού, οι διαταραχές του ύπνου, η παραμέληση εαυτού, η κοινωνική απομόνωση, η απώλεια βάρους, το άγχος και η ανησυχία, η ύπαρξη σωματικής νόσου, η  κατάχρηση αλκοόλ και άλλων ουσιών.

  • Κατάθλιψη

    Το άτομο παρουσιάζει σημαντική μείωση της διάθεσης (μια επίμονη αίσθηση κατάπτωσης ή θλίψης) ή της απόλαυσης που λαμβάνει από καθημερινές δραστηριότητες (ανηδονία).

    Ταυτόχρονα υπάρχει μείωση της λειτουργικότητας (κοινωνικής, εργασιακής, οικογενειακής).

    Μπορεί να είναι ήπιας, μέτριας, σοβαρής έντασης και να εμφανιστεί με ένα μοναδικό καταθλιπτικό επεισόδιο ή μπορεί να είναι σύνδρομο ή διαταραχή, που αποτελείται και από άλλα συμπτώματα που επιμένουν.

    Η κατάθλιψη μπορεί να έχει χρόνια πορεία, να είναι εποχιακή (π.χ. άνοιξη ή φθινόπωρο), να είναι υποτροπιάζουσα. Τα άτομα με κατάθλιψη είτε ζητούν βοήθεια από μόνα τους, είτε αναφέρεται από άλλους ότι βρίσκονται σε κατάθλιψη, ότι έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για τη ζωή, ότι δε συμμετέχουν σε δραστηριότητες που υπό άλλες συνθήκες θα τους προκαλούσαν ευχαρίστηση.

    Υπάρχουν, όμως, κι άλλα συμπτώματα που μπορεί να συνοδεύουν την κατάθλιψη, όπως: οι διαταραχές ύπνου και όρεξης, η αλλαγή του βάρους, η σχεδόν καθημερινή έλλειψη ενεργητικότητας ή η κόπωση, η μείωση της ικανότητας συγκέντρωσης, η μειωμένη ικανότητα λήψης αποφάσεων και η ελάττωση της σεξουαλικής διάθεσης. Οι ασθενείς μπορεί να βρίσκονται σε ένταση, αναστάτωση, ή αντίθετα να έχουν επιβραδυμένη κινητικότητα. Πολλοί έχουν μειωμένη αυτοεκτίμηση ή νιώθουν υπερβολικές ενοχές και τείνουν να μηρυκάζουν τα πράγματα.

    Επιπλέον, ασθενείς με συννοσηρότητα, που λαμβάνουν παράλληλες φαρμακευτικές αγωγές, μπορεί επίσης να εμφανίσουν συμπτώματα παρόμοια με αυτά της κατάθλιψης (π.χ. αϋπνία, χάσιμο βάρους, κόπωση), πράγμα που περιπλέκει την κατάσταση.

    Η αιτιολογία είναι πολυπαραγοντική:

    • γενετικοί παράγοντες  (ο σχετικός κίνδυνος ανάπτυξης κατάθλιψης είναι 2-10 % σε συγγενείς διπολικού και 1,5-2,5% σε συγγενείς καταθλιπτικού)
    • κληρονομησιμότητα 30-40% (σε μονοζυγωτικούς διδύμους)
    • νευροχημικοί παράγοντες,
    • νευροενδοκρινικοί παράγοντες
    • προσωπικότητα
    • οικογενειακοί παράγοντες
    • ψυχοπιεστικά γεγονότα (ανεργία, διαζύγιο, πένθος, κακή οικονομική κατάσταση και διάφορες άλλες δυσμενείς συνθήκες προηγούνται συχνά της εμφάνισης μείζονος κατάθλιψης)
    • προδιαθεσικές καταστάσεις (απώλεια γονέα πριν τα 12, σεξουαλική κακοποίηση σε παιδική ηλικία)
    • σωματικά νοσήματα
    • ψυχολογικοί παράγοντες
  • Η κατάθλιψη είναι πιο συχνή στην προχωρημένη ηλικία.

    Στην καθομιλουμένη με τον όρο «κατάθλιψη» αναφερόμαστε σε μια κατάσταση που έχει να κάνει με τη διάθεση μας και που, λανθασμένα, θεωρούμε πως εξαρτάται από εμάς.

    Όμως η κατάθλιψη είναι μια σοβαρή ψυχική νόσος με βιολογικό υπόστρωμα, όπως είναι οι διαταραχές της λειτουργίας του θυρεοειδή αδένα, η υπέρταση, ο σακχαρώδης διαβήτης και άλλες σωματικές νόσοι. Είναι λοιπόν το λιγότερο απλοϊκό να λέμε ότι μπορούμε εμείς με τη θέλησή μας να παρέμβουμε και να διορθώσουμε το θυρεοειδή ή την αρτηριακή υπέρταση!

    Εφόσον, λοιπόν αποτελεί μια ψυχική διαταραχή είναι αντικείμενο μελέτης από την Ψυχιατρική, η οποία ασχολείται με τη διάγνωση, τη διαχείριση και την πρόληψη των ψυχικών διαταραχών.

    Η Ψυχολογία, από την άλλη, μελετά τους ανθρώπους: πώς σκέφτονται, ενεργούν, αντιδρούν, αλληλεπιδρούν.

    Είναι προφανές λοιπόν πως η διάγνωση θα πρέπει να γίνεται αποκλειστικά και μόνο από Ψυχίατρο.

  • Αυτοκτονικός Ιδεασμός

    Έως 80% των καταθλιπτικών ασθενών εμφανίζουν αυτοκτονικό ιδεασμό, ο οποίος αποτελεί εξάλλου διαγνωστικό κριτήριο για τη μείζονα κατάθλιψη. Έχει υπολογιστεί ότι 65% των αυτοκτονιών συνδέονται με συναισθηματικές διαταραχές. Ο κίνδυνος αυτοκτονίας συνδέεται με τη σοβαρότητα της νόσου.

    Μετά τον τοκετό (από 24 ώρες έως και 4 εβδομάδες) το 10% των γυναικών μπορεί να παρουσιάσει κατάθλιψη. Συχνά παραμένει χωρίς διάγνωση, γιατί πιστεύουν πως συμπτώματα κόπωσης, αϋπνίας, απώλειας βάρους οφείλονται στον τοκετό. Είναι πολύ σημαντική η ύπαρξη υποστηρικτικού δικτύου, ώστε η καταθλιπτική ασθενής να μην μένει ποτέ μόνη της, γιατί ο κίνδυνος αυτοκτονίας και νοεγνοκτονίας είναι ιδιαίτερα αυξημένος.

  • Θεραπευτικές επιλογές

    Βασική κατηγορία φαρμάκων για την κατάθλιψη αποτελούν τα αντικαταθλιπτικά, τα οποία δρουν περίπου ένα μήνα μετά από την έναρξη της θεραπείας. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, μέχρι να δράσουν ολοκληρωμένα, χρειάζεται στενή παρακολούθηση, για πιθανές απόπειρες αυτοκτονίας, που οφείλονται στη μερική βελτίωση του ασθενή και στη μεγαλύτερη ενεργητικότητα που αποκτούν τα καταθλιπτικά άτομα με αυτοκτονικό ιδεασμό.

    Τα αντικαταθλιπτικά βελτιώνουν και ρυθμίζουν θετικά την πορεία της κατάθλιψης. Επεισόδια κατάθλιψης που έμειναν χωρίς φάρμακα ή με μικρή διάρκεια θεραπείας, σημαίνουν μεγαλύτερης βαρύτητας και συχνότερα καταθλιπτικά επεισόδια στο μέλλον. Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν πως ο συνδυασμός ψυχοθεραπείας και αντικαταθλιπτικής φαρμακευτικής αγωγής, υπερτερεί έναντι της φαρμακοθεραπείας μόνο.

    Η συμπεριφοριστική και η γνωσιακή – συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία συγκαταλέγονται στις περισσότερο διαδεδομένες ψυχοθεραπείες για την κατάθλιψη, και η αποτελεσματικότητα τους βασίζεται σε κλινικά ερευνητικά δεδομένα.

    Η θεραπεία της συμπεριφοράς χρησιμοποιεί τεχνικές που αποσκοπούν στην αύξηση δραστηριοτήτων, μέσω των οποίων ο ασθενής αντλεί ευχαρίστηση και ικανοποίηση. Έτσι βοηθά το άτομο να αναπτύξει δεξιότητες και ικανότητες για να μπορεί να αντιμετωπίζει πιο αποτελεσματικά δύσκολα γεγονότα ζωής, καθώς και να ανακτήσει τις κοινωνικές του δεξιότητες όταν αυτές έχουν εκλείψει.

    Η γνωσιακή – συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία συμπεριλαμβάνει την εκμάθηση νέων τρόπων συμπεριφοράς, αλλά κυρίως εστιάζει στο να αλλάξει το λανθασμένο τρόπο σκέψης που επικρατεί στην κατάθλιψη, και να βοηθήσει το άτομο να αξιολογεί πιο αντικειμενικά την πραγματικότητα.

    Έρευνες έχουν δείξει ότι η γνωσιακή – συμπεριφοριστική ψυχοθεραπεία είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην αντιμετώπιση της κατάθλιψης, σε τέτοιο βαθμό ώστε η αποτελεσματικότητά της να συγκρίνεται με αυτή των φαρμάκων.

    Ένας βασικός στόχος της γνωσιακής-συμπεριφοριστικής θεραπείας είναι να εφοδιάσει το άτομο που έχει κατάθλιψη με εργαλεία, που θα μπορεί να χρησιμοποιήσει για την αντιμετώπιση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων και για την αποφυγή νέων επεισοδίων. Το άτομο δηλαδή προετοιμάζεται ώστε να λειτουργεί, χωρίς τη βοήθεια του θεραπευτή, εστιάζοντας στα πρακτικά αποτελέσματα. Το βασικό ερώτημα δεν είναι πώς έφτασε κανείς στο πρόβλημα, αλλά με ποιόν τρόπο θα βοηθηθεί πρακτικά και άμεσα.

    Ο επαναλαμβανόμενος Διακρανιακός Μαγνητικός Ερεθισμός (r-TMS: repetιtive Transcranial Magnetic Stimulation), είναι μία νέα, θεραπευτική μέθοδος για την κατάθλιψη, κυρίως όταν έχουν αποτύχει τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Πρόκειται για τη χρήση συσκευής που εφαρμόζει σύντομους παλμούς ενός μαγνητικού πεδίου στην περιοχή του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνη για τον έλεγχο της διάθεσης.

  • Διπολική Διαταραχή (Μανιοκατάθλιψη)

    Η διπολική διαταραχή είναι μια ψυχιατρική ασθένεια που χαρακτηρίζεται από επεισόδια (φάσεις) μανίας και κατάθλιψης, καθώς επίσης πολλές φορές, από ψυχωτικά συμπτώματα.

    Αυτές οι διαταραχές μπορούν να συμβούν σε ένα φάσμα που κυμαίνεται από εξαντλητική κατάθλιψη μέχρι και αδιάκοπη μανία.

    Η εκδήλωση των συμπτωμάτων συνήθως συμβαίνει σε νεαρή ηλικία. Τα επεισόδια της ασθένειας σχετίζονται με θλίψη, αναστάτωση και με υψηλό κίνδυνο αυτοκτονίας. Οι έρευνες υποδεικνύουν ότι η γενετική, το περιβάλλον, καθώς επίσης και οι ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες είναι σημαντικοί στην ανάπτυξη διπολικής διαταραχής. Ψυχιατρικές έρευνες έχουν εστιάσει σε νευροβιολογικούς αιτιολογικούς παράγοντες.

    Η διπολική διαταραχή έχει συνδεθεί με τη δημιουργικότητα και την ιδιοφυία. Πολλοί καλλιτέχνες (Βαν Γκογκ, Βιρτζίνια Γουλφ) έπασχαν από αυτή. Αυτό βέβαια δε θα πρέπει να μας οδηγεί σε μια λανθασμένη εξιδανίκευση της διπολικής κατάστασης: αφενός δεν είναι όλοι οι πάσχοντες κατ’ ανάγκη ιδιοφυείς, αφετέρου ο πάσχων υποφέρει από την ασθένεια που συχνά συνεπάγεται δυσλειτουργικότητα και σημαντική πτώση της ποιότητας ζωής, έτσι ώστε οπωσδήποτε δεν είναι μια ιδεατή κατάσταση.

    Η εκδήλωση της διπολικής διαταραχής μπορεί να μην γίνει αντιληπτή από τον ασθενή ή ακόμα και από έναν ιατρό, οπότε μερικοί άνθρωποι μπορεί να υποφέρουν για πάνω από 10 χρόνια σε μερικές περιπτώσεις, πριν πάρουν τη σωστή θεραπεία.

    Φαίνεται να υπάρχει μεγάλο ποσοστό κληρονομικότητας. Παρόλα αυτά, η εκδήλωση και η πορεία της ασθένειας επηρεάζεται έντονα από ψυχοκοινωνικούς παράγοντες.
    Η πορεία της ασθένειας χαρακτηρίζεται από συνεχόμενα επεισόδια με περιόδους ανάκαμψης.

    Τα παρακάτω μπορεί να προκαλέσουν υποτροπή της νόσου:

    • Διακοπή ή μείωση της δόσης των φαρμάκων χωρίς ενημέρωση του ιατρού
    • Αλλαγή της αναγκαίας δοσολογίας των φαρμάκων
    • Χρήση αλκοόλ, ή ναρκωτικών όπως η κοκαΐνη, τα οπιούχα
    • Ένα κακό πρόγραμμα ύπνου: πολύς ύπνος (μπορεί να το προκαλέσουν και τα φάρμακα) μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη, ενώ πολύ λίγος ύπνος μπορεί να προκαλέσει επεισόδια μανίας ή μικτά επεισόδια
    • Η καφεΐνη μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες στη διάθεση, δυσφορία και μανία

    Η θεραπεία γίνεται κυρίως με φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία. Νοσηλεία ίσως χρειαστεί, ειδικά σε επεισόδια μανίας.

  • Δυσθυμία

    Δυσθυμία είναι η παρουσία μιας χρόνιας καταθλιπτικής διάθεσης που διαρκεί για το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, τις περισσότερες ημέρες, για τουλάχιστον 2 χρόνια (1 χρόνο για παιδιά και εφήβους). Επίσης, στη δυσθυμία είναι παρόντα, τουλάχιστον, 2 από τα συμπτώματα της μείζονος καταθλιπτικής διαταραχής (αλλαγή στην όρεξη και στις συνήθειες του ύπνου, χαμηλή ενεργητικότητα, χαμηλή αυτοπεποίθηση, μικρή δυνατότητα συγκέντρωσης, απελπισία).

  • Κυκλοθυμική Διαταραχή

    Η κυκλοθυμία είναι διαταραχή της ψυχικής διάθεσης και εκδηλώνεται με χρόνια διακύμανση του συναισθήματος, που εκφράζεται με πολυάριθμα υπομανιακά επεισόδια και συμπτώματα κατάθλιψης, τα οποία δεν πληρούν τα κριτήρια για μείζονα καταθλιπτικά επεισόδια για διάστημα τουλάχιστον 2 ετών, ή 1 έτους σε παιδιά και εφήβους. Χαρακτηριστικό της κυκλοθυμίας είναι ότι έχει ενδογενή αίτια, η αλλαγή της διάθεσης προέρχεται δηλαδή από το ίδιο το άτομο και δεν οφείλεται σε εξωτερικούς παράγοντες.

Πηγή: Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, DSM) της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρίας, 5η έκδοση